προοδευμένος

формы словаβ
προοδευμένος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово προοδευμένος? —


αναλυτικόςσυγκαταβατικόςαλαργάρωχειραγωγημένοςνυχτοκόπηματσιτσίχρεώγραφοαναίρεσηκόφτομαικλάτςυβριδικόςταχιάχαϊδούληςβιογεωγραφίααβυσσαλέοςσεισμολογικόςεκκένωσηαμυλοποιόςδιμηνίτικοςχρονογράφημαηφαιστειότητα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit