ενδοκαρδίτις

формы словаβ
ενδοκαρδίτις
(-ιδος) η мед. эндокардит



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово эндокардит? — ενδοκαρδίτις
как с (ново)греческого переводится слово ενδοκαρδίτις? — эндокардит


παραλαβαίνωκαλωσόρισμαασέλλωτοςτραχύτηταγλαυκίοπιςυπουργείοπαραπληγίαμιμητικόςφιλόψογοςευκαταμάχητοςασβεστοκονίαΚιργισίααλάθεφτοςδεικτικόςγκαρδιακόςαπειροπόλεμοςατόφυοςδιηγηματικόβαλσαμικόςαναμπαμπούλασκιερότητα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit