ωαγωγικός

формы словаβ
ωαγωγικός
анат. :
          ~η κύηση — трубная, внематочная беременность



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ωαγωγικός? —


απόζερβοςανεμοτροχόςάναρθροςκαλοκαμωμένοςλείπομαιζαλιγγώνομαισχίσμαπρωτεξάδελφοςδανείζωσκυλίτσαδευτεραγωνίστριαωοκύτταροοξυγονοκόλλησηαστεφάνωτοςπαραφθείρωγαβάθιαντιφρονώσχεδόνανθοπώληςρουσφετολόγοςάλμπα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit