ψάρι

формы словаβ
ψάρι
το рыба;

===
          μούψησε τό ~ στ' αχείλι — [phrase]он меня измучил[/phrase];
          αυτός είναι ~ или βουβός σάν ~ — [phrase]он нем как рыба[/phrase];
          φάτε μάτια ~α κι' η κοιλιά περίδρομο — погов. [phrase]видит око, да зуб неймёт[/phrase];
          τό μεγάλο ~ τρώει τό μικρό — погов. [phrase]большая рыбка пожирает малую, сильный берёт верх[/phrase];
          τά ~α στό γιαλό καί τό τηγάνι στή φωτιά — погов. [phrase]делить шкуру неубитого медведя[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово рыба? — ψάρι
как с (ново)греческого переводится слово ψάρι? — рыба


λεφτάκιαοικίδιοσυμποσιαστικόςλακκιασμένοςπλατύστερνοςξεκλείδωμασκληραγωγημένοςναυάγισμαμερισματόγραφοεπίκριμαβυζαίνομαιαυγουστιανόςλαδομπογιαντίζομαιχούλιγκαναλάβωτοςεκδοράκοντοφάρδουλοςεκνεύρισηπανεπιστήμωνδράκουλαματαιοπονώ




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit