εισείλκυσα

формы словаβ
εισείλκυσα
αόρ. от εισέλκω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово εισείλκυσα? —


ακριδοκτόνοςφουρκίζομαικοκκορεύομαιξάνιονδιαλάλημόςραφιναρισμένοςπαρώρειαπάθημαυπολογιστήςυψίφωτονλασπολόγοςαστυφιλίαφαναρτζίδικοβεργίζωτριάνταβοστρυχηδόναντιδικίακανακάρισσαεξανδραπόδισμόςψηφοθετώαγοραπωλησία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit