διασώστης

формы словаβ
διασώστης



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово διασώστης? —


ουγγίαλιθόβλητοςισόνομοςπρόγονοςμπαλαούροςαλογίαφασουλοταβάςλατόμημαρόϊδικατατρεγμόςκοσμοκράτοραςκαταρράκωσιςσυζευγνύωανησυχητικόςκτυπητόςέφεσηαφύλαχτοςπιτυρήθραεξεικονίζομαιαρτίσκοςδέσποινα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit