φημολογούμαι

формы словаβ
φημολογούμαι
:
          ~είται, ότι... — [phrase]ходят слухи(__,__) что...[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово φημολογούμαι? —


συνεργίαγκρεμίζωεκλήθηδιασταλτικότητασπόρισμαξεμοντάρισμααγνάαναδεξιμιάγυαλάδικοδαφναίοςμοιραίοςγερουσίαευαρέσκειαμηκώμαιΣουβλίτσαπαράγκαμογγολικόςσακάτεμαμελαγχροινόςδιαμάντικύλιντρος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit