εδαφολογικός

формы словаβ
εδαφολογικός
почвоведческий



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово почвоведческий? — εδαφολογικός
как с (ново)греческого переводится слово εδαφολογικός? — почвоведческий


στρυμωξιάλειτουργούμαιξινούτσικοςαπορρουφώαξιοκατάκριτοςαμίαντοτεφροδόχηθρηνώδηςδίαρμακοινόςπρέμνοκυανωπόςαγκυρώνωεπιμελητηριακόςστεγνόςξωτικόμουφλούζεμασυγκυριακόςκαμαρίλλαμετάλλιοπροσωποποιούμαι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit