επιταχύνω

формы словаβ
επιταχύνω
(αόρ. επιτάχυνα, παθ. αόρ. επιταχύνθηκα) ускорять



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово ускорять? — επιταχύνω
как с (ново)греческого переводится слово επιταχύνω? — ускорять


ιπποσύνηστρυμωγμένοςμεταλλουργίαδιαπίστευμααποτελειώνωπαρμεζάναμερικήαποκλείνομαιπειθαρχείοπηγαινέλασυνδιδάσκωγαστρεντερίτιςκαυσαέριακινηματογραφώκάνναύσγινονξαντήριοάφθαιδενδροκομίαμουντάδαγεωπονική




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit