κήτει|ος

формы словаβ
κήτει|ος
китовый;
          ~ον λίπος — китовый жир



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово китовый? — κήτειος
как с (ново)греческого переводится слово κήτειος? — китовый


εύφλεκτοςκουτούκιματεριαλιστήςμπενζίνααλληλοδανείζομαιπρογονοπληξίαηλεκτρονιακόςεφημεριδοφάγοςαφρόψαραθαρραλέοςδημοσιονομικόςκαταπώςαποσταλακτικόςπροχώρησηλεβεντόγριασύναπαντιέμαιεχθρόςυπίατροςδιαφημίζωχρυσοπράσινοςβελόνι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit