διέγνων

формы словаβ
διέγνων
αόρ. от διαγιγνώσκω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово διέγνων? —


δείκτηςαπροπόνητοςαρβανιτόπουλοδιαβαθμίζωμαρτυρεμόςτσουλίμισεμόςσυγκεκριμέναπατριάρχηςεπακολούθησηυπερφυσικόςκεντρίζωστρεμμοτικόςφιμόςπροσνήωσηκελάριυπάλληλοςλευκάντριαζοφερόςαδιευκρίνητοςομοφρονώ
переводы с персидского языка, литовский словарь, каталог




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit