κλουβιαίνω

формы словаβ
κλουβιαίνω
(αόρ. (ε)κλούβιασα и (ε)κλούβιανα ) портиться, протухать (о яйцах);

===
          κλούβιασε τό μυαλό μου — [phrase]я одурел, с ума спятил[/phrase];
          μου κλούβιασε τό μυαλό με τή λίμα του — [phrase]он свёл меня с ума своей болтовнёй[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово портиться? — κλουβιαίνω
как на (ново)греческом будет слово протухать? — κλουβιαίνω
как с (ново)греческого переводится слово κλουβιαίνω? — портиться, протухать


νεφρόλιθοςαποβρέχωδιακαινήσιμοςερπετοειδήςκάμαρηασυντάραχτοςτρόφιμοςκύαμοςθαύμασεχταριστικόςπυκνότηταπαραπάνουκαρδαμωμένοςαναπαραδιάρηςμπαρμπούνιαποτεφρωτήριοχολοκυστεκτομίααψαχούλευτοςΑιγύπτιοςμισθοφόροςακράτητα





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit