εσβέσθην

формы словаβ
εσβέσθην
παθ. αόρ. от σβεννύω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово εσβέσθην? —


επιρρωννύωφορμαλίστριαπαραμέρισμαφέρομαιγλωσσογραφίατακερόςμετριοφροσύνησυμβατότηταδια-μελισσοτόπιπροσπαθώπλοϊκόςκαταθορυβώμάνατζερδιοχέτευσητιτύβισμακαταφυγήβαριοκοιμάμαισυγχωρητήριοναποπλάνησηυποστύλωση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit