ενδοσκοπικός

формы словаβ
ενδοσκοπικός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ενδοσκοπικός? —


ακήκαρικωμένοςβόμβυκαςανεμοφράχτηςανασκόπησηαντιλήπτωραςξυπολυσιάποντικάκιεικονογραφημένοςανάσβολαυπεράνωπαλαβάδαβουρκάριανενημέρωτοςτριχρωματισμόςσφάζωμεσουρανίςκορνιζάρισμαγαϊδούρηςξεδοντιασμένοςναυτίση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit