οργανίδιο

формы словаβ
οργανίδιο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово οργανίδιο? —


υπόκεντροβαρυσήμαντοςγεννημένοςδελεάζωκαταγράφωλασπάςαποδεχτόςσυρματοποίησηπεντηκοντούτηςχάροςγυναικοφέρσιμοατρόμητοςναυαγιαιρίαλασκάρωαλυσοκλείνωμηνυτήριοςυποκριτικόςλαχτάραλανθασμένοςστρατώναςκαλλωπίζω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit