αεριογόν|ος

формы словаβ
αεριογόν|ος
газогенераторный;
          ~ συσκευή (или γεννήτρια) — газогенераторная установка



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово газогенераторный? — αεριογόνος
как с (ново)греческого переводится слово αεριογόνος? — газогенераторный


προκριματικόςμύστηςμνηστεύωσκωπτικάαρτηρίτιδαδεντροκαλλιέργειασυναρίθμησηαποτρυγώσυντεκνίαεπίσημαπετροπέρδικαμεσημεριάτικατελωνοφύλακαςεπισκευαστικόςψυχομάννακουμαντοδόροςκακοθήλυκοεπιχορήγημακαπνοσυλλέκτηςθεοτικάθέρμες




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit