συμψηφιστικός

формы словаβ
συμψηφιστικός
эк. клиринговый;
          ~ή συμφωνία — клиринговое соглашение;
          ~όν γραφείον — банковская расчетная палата



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово клиринговый? — συμψηφιστικός
как с (ново)греческого переводится слово συμψηφιστικός? — клиринговый


ηπατοκήληξενόφοβοςαδυνατίζωμαλογανιάψυχομάνναβαλμαδιόκληρονομιαίοςαποκάνωεξαίσιοςκοιλοπονάωεξαφνικόξεχαρβάλωτοςαποκαρώνομαιγυψέλιαναποφασιστικότητααυτοανακηρυσσόμενοςεντρόφησηαποφράζωγονιμοποιούμαιαντραλώνωκριτικάρω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit