αγγειέμφραξη

формы словаβ
αγγειέμφραξη
η мед. закупорка сосудов



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово закупорка сосудов? — αγγειέμφραξη
как с (ново)греческого переводится слово αγγειέμφραξη? — закупорка сосудов


εφημεριδοποιόςβιβλιστήςξασπρίζωπόδιμελετητήριομπουγαδάςβουτάκιαςψυχοπαίδαραζακίανακάρδιονπλεονεκτικότηταυπαλληλίαπρομαντεύωπερισπώμαιβουλιθιάπριονίζομαιενοικώκουτσομπολίστικακουμπούριθρυλούνταιαπογαλουχισμός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit