σουηδικά

формы словаβ
σουηδικά



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово σουηδικά? —


προικοθηρώξερριζώνωνοικοκυρόπαιδολιγοψυχιάμανικέττιμπουρινιάζωκλαψιάρηςλίπωμααντιεισαγγελέαςμυθογράφοςζαντόςαπαρτίζωαντιπυροβολείοδοκώφαιδρόςδυοσμαρίνιαβεβαιότηταπροαύλιοατρατάριστοςχλιόςβεντετισμός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit