καθολικευτικός

формы словаβ
καθολικευτικός
обобщающий



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово обобщающий? — καθολικευτικός
как с (ново)греческого переводится слово καθολικευτικός? — обобщающий


συγκέρασμααδέναςσκυλοπόταμοςεκτρέφομαιημικύκλιοςενδείκτηςλαδοτύριαρχοντοξεπεσμένοςπαραγιόςαποπλέωσουρουπώνειεπικουρνκόςανάκτησησαιζόνδίκρανομαξιμαλιστικόςδίπηχοςυδατοσφαιριστήςβρεχάμενοςχειμαρρώδηςαπόψε




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit