αστυφύλακας

формы словаβ
αστυφύλακας
ο полицейский



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово полицейский? — αστυφύλακας
как с (ново)греческого переводится слово αστυφύλακας? — полицейский


δερμίτιςουραυλοςπεπτικόςκεντητικήδημοκοπικάκαταλογιστέοςαπόνησοπρωτοστατώενούρησιςαπευθυσμένοπαλιατζήδικοτριακοσιοστόςπυριτιδόκονηεπαργορώνωεπιμήνιαμεταθέτωοσμανικόςκοκκίασιςαναμεταδίδωσαζάνιαναιρέσιμος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit