αποσπείρω

формы словаβ
αποσπείρω
(αόρ. απόσπειρα) закончить сев



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово закончить сев? — αποσπείρω
как с (ново)греческого переводится слово αποσπείρω? — закончить сев


διεκπερακοτήςπολυμέλειααχειραγώγητοςπλειστάκιςμαγνησιακόςγαΐταθερισμόςδιάλεκτοςτετραμελήςκαλωδιωμένοςκτύποςεμορφαίνωπετρελαιοπηγήανισομέρειαξέβγασματαξιτζούφιλολογωλιθοδομώαφαίμαξηεναπόθεσηκαθημερινός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit