αφόρμηση

формы словаβ
αφόρμηση



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αφόρμηση? —


μωρολόγοςχημείοαεριοστρόβιλοςαποπυρηνικοποιημένοςδιασκορπίστριαχαμοκουκιάπερικαλώεπισκοπείαζόρικοςιαπωνικήπαραίτιοςλεπτολογίακαρβουνάδικομεγαλύνωχιλιάζωνεωτερικότηταχρεώστιςδικτατωρεύωεικοσαήμεροςχαλκουργείουπαγόρευση





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit