μέρσιμος

формы словаβ
μέρσιμος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово μέρσιμος? —


εγγόναπαλαιοελλαδίτηςελάτηςπολυσυλλάβωςσυνωμοτικάαδιβόλητοςχιλιομετρητήςκαϊμακλήςλαογραφίαξηρόφλοιοςβρεττανικόςχαλκελασματουργείοαυταπόδειχτοςπισσώνωδιαπεραιώνωαυτοτιτλοφορούμενοςαπότρυγαελεήτριαυποπροξενείοαρτεσιανόαποδεδειγμένα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit