συγκάηκα

формы словаβ
συγκάηκα
παθ. αόρ. от συγκαίω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово συγκάηκα? —


νευροπαθολογικόςακριβοταγίζωδικανικόςτρομπλόνποτίζωπλέμπαπιάσιμοευρετικόςαξιωματούχοςσυγκεντρώνωφρασεολογικόςπολιορκίαγεροξεκούτηςσεμνότητακαλεσμένοςλογιότηταμετακινητόςμεγιστοποιούμαιΠορτογαλλίδαπαντοδυναμίαεξερευξάμην




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit