λύντσει|ος

формы словаβ
λύντσει|ος
:
          ~ νόμος — закон Линча



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово λύντσειος? —


απέθαντοςδείνμουγγαμάρααμμοχάλικοκαύσοςαποτρογίασηέξωσηανανθώμακροκλιματολογίαγιάμποληχολέραμαγνητίτηςκαταφθάνωμετρίωςθεμέλιοςγρηγορεύωπολυχρονισμόςαπόθλιμμαζόρεμασκυλοδρομίαφεγγαροκυρά




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit