φυσιολατρικός

формы словаβ
φυσιολατρικός
любящий природу



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово любящий природу? — φυσιολατρικός
как с (ново)греческого переводится слово φυσιολατρικός? — любящий природу


παραλυτικόςεπανάθεσιςσύμβασητελωνειακόςεπαναδραστηριοποιούμαικούρσοςμεσοκάθετοςθερμικόςπιτζάμαεπαμφοτερισμόςσκαλεύωπροβλάστηγέρονταςαφελκυστήραςσαρανταπενταρίζωμπουφετζούχαφιέςπρομαχώναςδηγιούμαικελαϊδοπουλίανημπορεύω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit