διαπήδηση

формы словаβ
διαπήδηση
(-εως) η 1) перепрыгивание;
2) физиол. диапедез



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово перепрыгивание? — διαπήδηση
как на (ново)греческом будет слово диапедез? — διαπήδηση
как с (ново)греческого переводится слово διαπήδηση? — перепрыгивание, диапедез


μικροβιοκτόνοςπειθαρχώσυνομιλητήςκαλαματιανόςαστειότηταταχυποδίαγλυκοκοίταγμαστεφάνιοεκκαίωσπερματογόνοςεπετειακόςμπροστέλλααργυροστόλιστοςεξαερώνωομίλημαευσταχιανόςορεκτικόαριστερίστριαρητινοσυλλέκτριαμουσικοδιδάσκάλισσααεροφίλημα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit