ενέπηξο

формы словаβ
ενέπηξο
αόρ. от εμπηγνύω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ενέπηξο? —


γονδολιέρηςδροσιστικόςκενοδοξίαέμφραγμακρυώνωχαρακτικόςνομότυποςτριβήπροαποβιώπικρόσκοτοςαισιοδοξώονειρικόςαποξεχνάωκαλωσυνεύωεξάψαλμοςδηκτικότητασβεστήραςμικρανεψιόςεπέτυχονεναερίωςγκοφί




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit