ελαφριές

формы словаβ
ελαφριές
οι шкала весов (для точного взвешивания);
          ζύγισε μού το από τίς ~ (οκάδες) — [phrase]взвесьте это поточней[/phrase];

===
          αυτός ζυγίζει τίς ~ — [phrase]он какой-то придурковатый[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово шкала весов? — ελαφριές
как с (ново)греческого переводится слово ελαφριές? — шкала весов


αποτύφλωσηναυλοτιμάριθμοςγερμανικάμισοδρομήςδιαμαντοκόλλητοςοδοντοτεχνίαπαρονομάζωαυτοτιμωρούμαιεπιδερμόφυτακαλαμώναςσυντηρώενδέκατοζυγίζωφυλακίςπαππούςενσχοίνισιςεφογαποταμίσιοςσυμμαζεμένοςαρχιμάγειραςφατσάρω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit