αλιευτική

формы словаβ
αλιευτική
η рыболовство



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово рыболовство? — αλιευτική
как с (ново)греческого переводится слово αλιευτική? — рыболовство


σόττοδιαλυστήριεγκαινιασριόςζηλοφθονώέννατοςσταλιάεκφόβησημόλεμααμφοτεροβαρήςχρυσόψαροχαλκοχυτικόςπατινάρισμαθηρεύσιμοςμουζουβίαποφυάδασφαιρικόςαντράλαπεριφρουρώφρίζαμουρμούρισμαφακελώνω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit