δυσεπηρέαστος

формы словаβ
δυσεπηρέαστος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово δυσεπηρέαστος? —


πασάρωταμιακόςαντίπλευροςαξήγητοςλεβεντονιάετεροεθνήςπρόσχαροςβιντεοταινίαμεθοκόπιτουρκοκρατίαμηλεώνμπορντούραανάμνησηκαύσοςκοσμοπλήμμυραάνεταεξωκυττάριοςαντιμοναχικόςδεματικόραγιάςίανθος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit