πληρεξουσιοδοτώ

формы словаβ
πληρεξουσιοδοτώ
уполномочивать



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово уполномочивать? — πληρεξουσιοδοτώ
как с (ново)греческого переводится слово πληρεξουσιοδοτώ? — уполномочивать


απομανθάνωκαρβουναποθήκηπεριστρέφομαικουρασμένοςκλουβίομοιοπαθητικήχτικιάρικοςαδρασκελιάκιούρτοςενθαρρύνωκητέλαιονρούσοςυδατόχρωμαυπόληψηγυναικάρακάρπωσηγεροντόσποροςφρεσκάρισμαπριτσινίζωσκολοπισμόςλυσσάζω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit