εκατό

формы словаβ
εκατό
сто;
          ο παπούς μου ζυγώνει τά ~ — [phrase]моему деду идёт сотый год[/phrase];
          ~ φορές τού τώπα — разг. [phrase]сто раз я ему говорил[/phrase];
          ~ ώρες με έχεις καί περιμένω — разг. [phrase]я тебя жду целую вечность[/phrase];

===
          ο αριθμός ~, τό (νούμερο) ~ — уборная, туалет



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово сто? — εκατό
как с (ново)греческого переводится слово εκατό? — сто


αναψυκτικόφιλοπεριέργειαξομολογώπαραφωτίςτουρκόφωνοςλάμπασμαομελέτταστοιχειοθέτησηπλανιάρωξεσυνέρισηηλεκτροχημικόςαθεόφοβοςμπέκρωμουγκοφυσάωετερόσημοςειδωλολατρίαμελίγγιστομαχικόςθανάτωσηνομογραφίαασώρευτος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit