ασκανδάλιστον

формы словаβ
ασκανδάλιστον
το :
          διά τό ασκανδάλιστον — а) во избежание скандала; б) во избежание подозрений



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ασκανδάλιστον? —


ξεμυστηρεύομαιτεζάρωαπροθυμοποίητοςευγενικάαγαρμποςνεολιθικόςορειβάτηςδιονυχίζωαντιθετικόςκορδέλλιασμαπολώνιοαποκλαδεύωαπόρρητοςβενετσιάνικοςαπαθανατίζωέμορφοςταπεινοφρόνωςχαμόκλαδοξαναζώμισώδιαχειρίζομαι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit