αναγεννητικά

формы словаβ
αναγεννητικά



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αναγεννητικά? —


εγγύτατοςλεξικογραφικόςαποκαταντιάχειριστικόςαντάξιαπαμψυχισμόςεπισκευαστικόςάλλααναψηφίζωωχρομέλαςκαπάκωμαπαρασύνθετοςκαρκινοφοβίαάψητοςχειμάδιονενούρησησυρματωτήραςύστερονξεκουτιάραπυροβολοστάσιοναλεκτοροειδής




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit