μονόκροτο

формы словаβ
μονόκροτο
το мор. фрегат



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово фрегат? — μονόκροτο
как с (ново)греческого переводится слово μονόκροτο? — фрегат


κοκκορόμυαλοςκαλοθελητήςαδελφοποιητόςαγγαρείαμικροβιολογίααναντρανίζωουμανισμόςχαρτικόςσταυλάρχηςπαντοπώλιςαρρόγιαστοςαξέζωστοςπνευμονεκτομήρευστόδονώακηλίδωτοςαληθοέπειαφθογγογραφικόςσώνομαιάγνωστοςσκύλαρος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit