ενδοσπέρμιο

формы словаβ
ενδοσπέρμιο
το бот. эндосперм



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово эндосперм? — ενδοσπέρμιο
как с (ново)греческого переводится слово ενδοσπέρμιο? — эндосперм


λιδοδομίααστεροσκόποςπαρεγκεφαλίτιδαεξαρτησιογόνοςρυτιδιασμένοςαποπάτημαχαμαιζηλίααεριώδηςδιψασμένοςαμακατζίδικοςεπέστηνπιδέξιοςεφοδιασηκόςαχνοβολήμειωτέοςμαξιλλαρομάνναθεατροφιλίασυνταγματολόγοςστρατωνικόςμισάωροαρνόκουρα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit