ετερογένεση

формы словаβ
ετερογένεση
(-εως) η биол. гетерогенез



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово гетерогенез? — ετερογένεση
как с (ново)греческого переводится слово ετερογένεση? — гетерогенез


βοεβόδαςαπολογισμόςψυχομαραίνομαιμονόζυγοαντιπολιομυελιτικόςολιγοχρήματοςγαβάνααλαργεμόςψυχοπαθολογικόςμουζίκικοςδιαγώνιοςατσιγγάνικοςερήμαγμαλακκάκιευταμίαςαλατιστόςκουρεματάκιυποτελώνηςεγχύνωδιάβασηςμεταλλοειδικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit