κλειδωμένος

формы словаβ
κλειδωμένος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово κλειδωμένος? —


απόκλειστοςσυμφεροντολογικόςνεκρόποληαναρρηγνύομαιξεσκονίζωαπόβροχοσύσκεψημεμπτόςμονιάςαντιφεμινιστήςκαλοφορεμένοςτελείααλειμμένοςγλυκοπύρηνοςκόκκινοςινκόνιτοαναποσφράγιστοςμεγαλοαπατεώναςεναγκαλίζομαιαναγεννώμενοςδιάρρυτος





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit