αναπαλαιώνω

формы словаβ
αναπαλαιώνω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αναπαλαιώνω? —


μεταδοτήραςμαρμαροθέτημααμεταφόρητοςοφθαλμίατροςσταλακτόςβραχιόλικαψερόςρακόμελοαπολεπίζωεπιδιόρθωσηγλύκωμαάπλατοςιστοσελίδαςοψιγαμίααραβικόςαναχασκίζωκακόσαρκοςεπιμήκηςκούνελοςανταποκρίτριαμποκάλι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit