σπαθιστ|ής

формы словаβ
σπαθιστ|ής
ο фехтовальщик



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово фехтовальщик? — σπαθιστής
как с (ново)греческого переводится слово σπαθιστής? — фехтовальщик


υποτροπίασηκουβερνάνταενθουσιασμένοςλεβέαποσχηματισμόςπροδικαστικόςραντιστόςεκπωματίζωπλαστοπροσωπίαχειμάδιονμισοσβήνωελαφρόκαρδοςνυγματίζωπαλιογυναίκαξίφοςγλυκομεθάωμαλακτικόαρτοποιείογλυκοφεγγιάζωκαλονάρχημαανάδελφος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit