τυχοδιωκτικός

формы словаβ
τυχοδιωκτικός
авантюристический;
          ~ή επιχείρηση — афера



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово авантюристический? — τυχοδιωκτικός
как с (ново)греческого переводится слово τυχοδιωκτικός? — авантюристический


κλισιοσκόπιοοινόπνευμααπολυτρώνωμυστικάεπέτυχονάπαγευποσκίασμαμικροχειρουργόςαλτρουισμόςδισεκατομμυριούχοςΜαύρουκαζμάςγκάβρακαταφυγήαλέστοςΜασκαράςέγκαψηαγραμματωσύνηζημιαρόγαταξαντόςμόσε!




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit