παραθερίστρια

формы словаβ
παραθερίστρια



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово παραθερίστρια? —


βήσσαλοζιβελίνηαγριόβουνογυναικολατρείαμέθοδοςδιασκορπίζωυποδηματοπώληςθρησκομανίαχηρευάμενοςπροσεφύηναποθησαύρισμααριστερόστροφοςσυρμόςαξόφλητοςφραγμόςαγελαδοκομίαεισπνευστικόςκαλησπέρισμαηλίθιοςτοπικιστήςδωδεκαρίτες




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit