συνδεδεμένος

формы словаβ
συνδεδεμένος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово συνδεδεμένος? —


μεταλλισμόςκανναβίςευτυχίζωφαραγγώδηςΘόδωροςχρωματιστόςβιβλιοταξίασυναλλασσόμεν|οςξεδιάλυμαφυσιολατρίααραποσίτικοςπλούσι|οςτρισκόταδοδιαμετακόμισηπρόμαχ|οςαρχοντογιόςμαργιόλ|οςμπερτάχιβελέντζικόαμμόγει|οςφυλογένεση





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit