συνδεδεμένος

формы словаβ
συνδεδεμένος
онлайн


#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово συνδεδεμένος? —


διάβρεξηαυτοτύφλωσηγυμνώςακλουθώαβούτηκτοςξενοφανήςφυσιατρικήπαιγνιώδηςχέζωαλλοιοφανήςλιγυρόςλεφτούλιακαμπανίτηςμανθόσουπααμοιρολόγητοςπερισώζωαρμολόγοςχοντρέλλαεβδομήκονταμπογιατίζωβαλσάμωμο





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit