έπλευσα

формы словаβ
έπλευσα
αόρ. от πλέω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово έπλευσα? —


σχεδιομανήςπτόησηδιανάττωυδρολογίαπροπέλλααπρομελετησίαρουκέττααποστερώυπόστυφοςπώρινοςδιαπαιδαγωγώαντιστάθμισιςΠετρούπολημνημειακόςπληρεξουσιοδοτώανταπεργώγκαζάκιβικτώριαπαρακελευσματικόςκωλώνωπεζή
переводы с персидского языка, литовский словарь, каталог




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit