φάσκω

формы словаβ
φάσκω
:
          φάσκω καί αντιφάσκω — противоречить самому себе



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово φάσκω? —


καθώςγενεσιουργόςκωλοκάτσιαποκοιμούμαικακόπαιδοίπποςπρόναοςαριθμολογίασύρτηςδισέγγονοςυποδηματοθήκηκλοτσάωυπόρραμμαδασοφούντωτοςχέδρωψεγγεγραμμένοςαλληλανεμίαγυναικολόγιχοντρόςφανελλοποιίαμπάτης




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit