διέκπριση

формы словаβ
διέκπριση
(-εως) η хир. отпиливание



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово отпиливание? — διέκπριση
как с (ново)греческого переводится слово διέκπριση? — отпиливание


Δεκέβρηςβρεςπρελούντιογιδήσιοςεμπορικόγιαγλίδικοςτυφλικόςπροσωδιακόςκορακοζώητοςενστικτώδηςκατακόκκινοςάξιαδουλοπάροικοςλευκαίνομαικαταβοώαπαραβίαστοςωλένηούςιξίαριζοσπάστηςπροπάντων




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit