ωτοσκοπία

формы словаβ
ωτοσκοπία
η мед. отоскопия



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово отоскопия? — ωτοσκοπία
как с (ново)греческого переводится слово ωτοσκοπία? — отоскопия


κλαρωτόςφρακτήραςκανιβαλίζωφυματιολογικόςπαπλωματούφιδοβότανογινώσκωκαλωδιωμένοςυποδηματοπωλείοαντενάγωανεπιτρόπευτοςεπίφθονοςυπέχωυδροδοτικόςαμυγδαλήγκέγκαςμαγυαρικόςαλεξιπτωτιστήςαντίπλευροςαλείφτωπτυχωτός





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit