αλυσοδέσμι|ος

формы словаβ
αλυσοδέσμι|ος
закованный в цепи



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово закованный в цепи? — αλυσοδέσμιος
как с (ново)греческого переводится слово αλυσοδέσμιος? — закованный в цепи


κοπελλούδικοτυληδονώδηςοφθαλμοπάθειαειδικότηταγιγαντιαίοςαρκτικόςδασυνόμενοςαεροθέρμανσηπεριαιρετόςκουτσοδουλειάκοσμαγάπητοςσιδηρογραφίαντρένιοςεντριπτικόςπνευμοθώρακαςκορακοζώητοςριγωτόςζωαρκήφωτοηλεκτρικόςκαινότροποςαπαιτητικά




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit